ερήμην

(AM ἐρήμην) [ερήμη]
επίρρ. εν απουσία κάποιου, και μάλιστα σε δίκη, κατά την οποία κάποιος δικάζεται ενώ απουσιάζει
νεοελλ.
1. εν αγνοία κάποιου («τήν αγαπά ερήμην» — εν αγνοία της)
2. φρ. «δικάστηκα ερήμην» — δικάστηκα χωρίς να παρουσιαστώ στη δίκη
αρχ.
φρ.
1. «ἐρήμην δίκην ὦφλον» — καταδικάστηκα χωρίς να εμφανιστώ
2. «ἐρήμην δίκης εἷλον» — κέρδισα τη δίκη χωρίς να παρουσιαστεί ο αντίδικος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Από τη φράση ερήμην δίκην (ώφλον / είλον) κατά παράληψη του ουσ. δίκην το ερήμην χρησιμοποιήθηκε με επιρρηματική σημασία «εν απουσίᾳ»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ερήμην — επίρρ. τροπ., κυρ. όρος δικανικός, με απουσία ενός από τους διαδίκους: Καταδικάστηκε ερήμην …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐρήμην — ἐράομαι love imperf ind mp 1st sg (homeric ionic) ἐρή̱μην , ἐρῆμος desolate fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερημοδικία — Η διεξαγωγή δίκης όπου ο ένας από τους διαδίκους απουσιάζει ή δεν είναι παρών με τον κατάλληλο προς την περίπτωση τρόπο. Η σημασία της ε. στο αστικό δίκαιο (αστική δίκη) είναι μεγάλη, ιδίως στην πρώτη συζήτηση της υπόθεσης. Ο όρος ε. συνδέεται με …   Dictionary of Greek

  • ανακοπή — Η παρεμπόδιση, η αναστολή, η συγκράτηση, η αναχαίτιση. (Ιατρ.)Η απότομη διακοπή της λειτουργίας ενός οργάνου, ιδιαίτερα της καρδιάς ή των πνευμόνων ή και των δύο. Η α. της καρδιάς μπορεί να εμφανιστεί ως καρδιακή ασυστολία (απουσιάζει τελείως η… …   Dictionary of Greek

  • SAMOS — I. SAMOS oppid. Magnae Graeciae, apud oram Calabriae ulterioris Lycophr. Steph. nunc Crepacuore Barrio, apud Locros, seu Hieracium Urbem, inde 6. mill. pass. in Boream, ubi Pythagoras habitâsse dicitur. II. SAMOS vulgo SAMO hodieque a fluv.… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • έρημος — Με τον όρο έ. εννοείται στη φυσική γεωγραφία μια περιοχή με ξηρό κλίμα που χαρακτηρίζεται από μεγάλη σπανιότητα ατμοσφαιρικών κατακρημνισμάτων (το μέγιστο ετήσιο ύψος βροχής ανέρχεται γενικά σε 200 250 χιλιοστά), τα οποία κατανέμονται πολύ… …   Dictionary of Greek

  • καταδιαιτώ — καταδιαιτῶ, άω (Α) [καταδίαιτα] 1. εκφέρω κρίση ως διαιτητής, αποφασίζω εναντίον κάποιου, καταδικάζω 2. μέσ. καταδιαιτῶμαι, άομαι γίνομαι αιτία να ληφθεί διαιτητική απόφαση εναντίον κάποιου 3. φρ. «ἐρήμην καταδιαιτᾱν» καταδικάζω ερήμην …   Dictionary of Greek

  • Kiki Dimoula — Infobox Writer name = Kiki Dimoula Κική Δημουλά imagesize = caption = birthdate = 19 6 1931 birthplace= nationality= Greek deathdate = deathplace= spouse = Athos Dimoulas [1921 1985] children = occupation =poet genre = period =1952 ndash;… …   Wikipedia

  • Liste der Präpositionen im Neugriechischen — Welche Wörter zu den Präpositionen des Neugriechischen zu zählen sind, ist aus mehreren Gründen umstritten. Im Allgemeinen sind damit wie im Deutschen indeklinable Wörter oder Wortfolgen gemeint, die eine Nominalphrase regieren und dieser einen… …   Deutsch Wikipedia

  • Liste der neugriechischen Präpositionen — Welche Wörter zu den Präpositionen des Neugriechischen zu zählen sind, ist aus mehreren Gründen umstritten. Im Allgemeinen sind damit wie im Deutschen indeklinable Wörter oder Wortfolgen gemeint, die eine Nominalphrase regieren und dieser einen… …   Deutsch Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.